ⲥⲟⲃⲧ

NS

Translation

  • wall often of town, fence [τειχοσ, προτειχισμα, περιβολοσ, οχυρωμα, χαραξ, προμαχων, επαλξισ]
  • with ⲕⲧⲟ, ⲧⲁⲕⲧⲟ, ⲕⲱⲧ, surrounded, built with wall(s) [τειχιζεσθαι, τειχηρησ]
Greek Equivalents
τειχοσ, προτειχισμα, περιβολοσ, οχυρωμα, χαραξ, προμαχων, επαλξιστειχιζεσθαι, τειχηρησ

Dialect Forms

Bⲥⲟⲃⲧ
Aⲥⲁⲃⲧ
Fⲥⲁⲃⲉⲧ