ⲛⲕⲟⲧⲕ

VS

Translation

  • intr:
  • ― sleep [υπνουν, καθευδειν, κοιμασθαι]
  • ― lie down [κοιμασθαι, κατακεισθαι]
  • ― die [κοιμασθαι]
Greek Equivalents
υπνουν, καθευδειν, κοιμασθαικοιμασθαι, κατακεισθαικοιμασθαι

Dialect Forms

Saⲛⲕⲁⲧⲉ
Aⲛⲕⲁⲧⲉ
O()ⲕⲁⲧⲉ
Lⲛⲕⲁⲧⲕⲉ
Bⲉⲛⲕⲟⲧ
Fⲉⲛⲕⲁⲧ