ⲟⲩⲟⲡ ⲟⲩⲁⲁⲃ

VGender: MS

Translation

  • intr: be pure, innocent [οσιουσθαι, αγιαζεσθαι]
  • as nn m, purity [οσιοτησ, αγιοτησ]
  • qual: pure, holy [καθαροσ, αμιαντοσ, οσιοσ]
Greek Equivalents
οσιουσθαι, αγιαζεσθαιοσιοτησ, αγιοτησκαθαροσ, αμιαντοσ, οσιοσ

Dialect Forms

Aⲟⲩⲁⲡ ⲟⲩⲁⲁⲃⲉ
Lⲟⲩⲁⲁⲃ
Bⲟⲩⲁⲃ
Fⲟⲩⲉ()