ϩⲟϫϩϫ ϩ(ⲉ)ϫϩϫ-/ϩⲉϫϩⲱϫ= ϩⲉϫϩⲱϫ†
VS
Translation
- intr: be distressed, restricted, narrow [θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζειν]
- qual: [στενοσ]
- tr: straighten, compel [αποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν]
Greek Equivalents
θλιβειν, στενειν, διαπονειν, προσοχθιζεινστενοσαποθλιβειν, εκθλιβειν, ενοχλειν, κακουν, συνεχειν, εκπιεζειν
Dialect Forms
Bϩⲟϫϩⲉϫ ϩⲉϫϩⲉϫ-/ϩⲉϫϩⲱϫ= ϩⲉϫϩⲱϫ†
Sfϩⲁϫϩϫ
Aϩⲁϫϩϫ ϩϫϩϫ-
Saϩⲁϫϩ(ϫ)
Lϩⲉϫϩⲁϫ=
Fϩⲉϫⲱϫ=(?) ϩⲉϫϩⲱϫ†