ϩⲟⲟⲩϣVGender: MSSahidic (S)Translationintr: abuse, curse [λοιδορειν, καταρασθαι]tr: [λοιδορειν, καταρασθαι]as nn m [λοιδορια, υβρισ]Greek Equivalentsλοιδορειν, καταρασθαιλοιδορειν, καταρασθαιλοιδορια, υβρισDialect FormsLLycopolitan (L)ϩⲁⲟⲩϣFFayyumic (F)ϩⲁⲟⲩϣBBohairic (B)ϩⲱⲟⲩϣ