ⲙⲧⲟⲛ ⲙⲟⲧⲛ

VS

Translation

  • intr: be at rest, at ease, be relieved of sickness [αναπαυεσθαι, υγιαζειν, ευξυχειν, ησυχαζειν]
  • qual: easy, hale, satisfied [υγιησ, ισχυων]
  • tr (refl):
  • ― rest self [αναπαυεσθαι, αναλυειν, αναξυχειν]
  • ― go to rest, die [τελεουσθαι, αναλυειν]
Greek Equivalents
αναπαυεσθαι, υγιαζειν, ευξυχειν, ησυχαζεινυγιησ, ισχυωναναπαυεσθαι, αναλυειν, αναξυχειντελεουσθαι, αναλυειν

Dialect Forms

Bⲙⲧⲟⲛ ⲙⲟⲧⲉⲛ
Aⲙⲧⲁⲛ ⲙⲁⲧⲛⲉ
Lⲙⲧⲁⲛ
Fⲙⲧⲁⲛ ⲙⲁⲧⲛ