ⲧⲃⲃⲟ ⲧⲃⲃⲉ-/ⲧⲃⲃⲟ= ⲧⲃⲃⲏⲩ

VS

Translation

  • intr: become, be pure (causative of ⲟⲩⲟⲡ) [καθαροσ ειναι, καθαριζεσθαι, καθαιρεσθαι]
  • qual: [καθαροσ]
  • tr: make pure, purify [καθαριζειν]
Greek Equivalents
καθαροσ ειναι, καθαριζεσθαι, καθαιρεσθαικαθαροσκαθαριζειν

Dialect Forms

Aⲧⲃⲟⲩⲟ ⲧⲃⲟⲩⲁ= ⲧⲃⲃⲟⲩⲁⲉⲓⲧ
Lⲧⲟⲩⲃⲟ ⲧⲟⲩⲃⲁ= ⲧⲟⲩⲃⲁ()ⲓⲧ
Bⲧⲟⲩⲃⲟ ⲧⲟⲩⲃⲉ-/ⲧⲟⲩⲃⲟ= ⲧⲟⲩⲃⲏⲟⲩⲧ
Fⲧⲉⲃ() ⲧⲩⲃⲃⲁ- ⲧⲉⲃⲏⲟⲩⲧ