ⲟⲩⲱⲗⲥ ⲟⲩⲉⲗⲥ-

VS

Translation

  • intr: lean, be bent, be confounded [ωθεισθαι, κυρτουσθαι, εντρεπειν]
  • tr: bend, humiliate [τροπουν, ανατρεπειν]
Greek Equivalents
ωθεισθαι, κυρτουσθαι, εντρεπειντροπουν, ανατρεπειν

Dialect Forms

Aⲟⲩⲱⲗⲥ
Bⲟⲩⲱⲗⲥ ⲃⲟⲗⲥ