ⲧⲟⲉ

NS

Translation

  • part, share [μερισμοσ, μεροσ, αφαιρεμα]
Greek Equivalents
μερισμοσ, μεροσ, αφαιρεμα

Dialect Forms

Saⲧⲁⲓⲉ
Aⲧⲁⲓⲉ
Lⲧⲁⲓⲉ
Bⲧⲟⲓ
Fⲧⲁⲉⲓ
Sfⲧⲁⲁⲓ