ⲥⲟⲧⲃⲉϥ

NS

Translation

  • tool, weapon [ενχειριδιον, γραφισ, λαξευτηριον, σκευοσ]
Greek Equivalents
ενχειριδιον, γραφισ, λαξευτηριον, σκευοσ

Dialect Forms

Sfⲥⲁⲧⲃⲉϥ
Aⲥⲁⲧⲃⲉϥ
Bⲥⲟⲑⲛⲉϥ