ⲱⲛⲉ ⲉⲛⲉ-

NS

Translation

  • stone [λιθοσ, πετρα]
  • as measure
  • as adj [λιθινοσ, λιθουργικοσ]
Greek Equivalents
λιθοσ, πετραλιθινοσ, λιθουργικοσ

Dialect Forms

Aⲱⲛⲉ
Lⲱⲛⲉ
Fⲱⲛⲉ ⲁⲛⲁ-
Bⲱⲛⲓ ⲁⲛⲁ-