ⲣϣⲱⲛ

NS

Translation

  • cloak, covering [περιβολη, ιματιον, θεριστρον, καλυμμα]
Greek Equivalents
περιβολη, ιματιον, θεριστρον, καλυμμα

Dialect Forms

Lⲣϣⲱⲛ
Sfⲉⲣϣⲱⲛ
Bⲉⲣϣⲱⲛ
Fⲉⲣϣⲱⲛ